Τρίτη 19 Αυγούστου 2014








ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙΣ

Σε σκέφτομαι
με ένα χαμόγελο μισό
με μια σκιά θλίψης στα μάτια
με ένα γύρισμα του κεφαλιού προς το μέρος μου
με ένα βότσαλο στα χέρια
Σε σκέφτομαι
στα σκαλάκια απομεσήμερο
στον πύργο που ξέχασαν να χρωματίσουν
στη στάση να περιμένεις
στο σταθμό της ζωής σου
να αναστενάζεις
Σε σκέφτομαι



Μαρία Τσιράκου


.........................................................................




Αχ! αυτή η καρδιά
ελαττωματική.
Κι οι σχέσεις ρημάζουν
σαν προπολεμικές στέγες



Κωστής Νικολάκης




.....................................................



Είχα ένα κυπαρίσσι στο στήθος μου
και το' κοψα. Τώρα η ρίζα σαν χταπόδι
μου τρυπάει την καρδιά.

Δε μου' μεινε τίποτα πια να μοιράσω-
γυρίζω σταχομαζώχτρα στα μέρη που
πέρναγα σαν αστραπή με τ' άλογο
ξεσέλωτο.



Δημήτρης Παπακώστας




H ΦΥΛΑΚΗ

Σφύριξε σχόλασμα
το γύρω γύρω
στην αυλή
οι χωροφύλακες
φτυαρίσαν έναν έναν
κακοποιό
στο κελί του

Το κελί είναι στέγη
οι φυλακές
είναι πύργοι
οι χωροφύλακες
είναι φτωχοί
οι καταδικασμένοι
προσπαθούν να ζήσουν
όπως εμείς



Αλίκη Γιατράκου Fossi
..............................................................

Δεσμώτρια λανθάνουσας μνήμης
άλλη μια νύχτα,κυνηγώ τη σκιά σου.
Ακουμπώ στην απουσία σου
τις ελπίδες μου ματώνω.
Ανακτώ στιγμές.
Μνήμες αγαπημένες,με πιάνουν απ΄το χέρι.
Κυλούν στις φλέβες μου
αγκομαχώντας δανεικές αναπνοές.
Να εισπνέω την δική σου ουσία.
Να κλείσω τα βλέφαρα
να αποξεχαστώ...
Για κοίτα όμως...
Δες,πως φεύγουν έτσι οι στιγμές.
Ήσυχα και αθόρυβα
όπως κυλάει ένα δάκρυ
απ΄την άκρη του ματιού.
Και πως να τις κρατήσω.
Τη δίψα της ψυχής
πως να τη σβήσω..



Ευαγγελία Λυμπεροπούλου

......................................................................









ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΙΣΜΕΟΥΣ ΚΡΟΤΑΦΟΥΣ
(Σε όσους χάθηκαν το '90)
 

Οι φίλοι έφυγαν χωρίς να χαιρετήσουν. Χάθηκαν ανάμεσα σε στήθη λευκά θηλάζοντας ύπνο.
Για αυτό επιστρέφω τις
νύχτες στ' όνειρό μου. Ένα εκκρεμές στα δόντια του άγριου καιρού. Πέφτω, τα χέρια απλώνοντας για να τους φτάσω.
Αλλά στο παγωμένο χορτάρι, ίχνη τους ματωμένα. Στους ανθισμένους τους κροτάφους
μαζεύω λουλούδια πορφυρά. Κλείνοντας στις χούφτες μου την απορία που βαριανασαίνει
στα χείλη τους. Δεν ήταν Γη αυτή, ήταν νερό. Με την ψυχή του στριμωγμένη. Σαν
καθρέφτης ετοιμόρροπος μιας χώρας μακρινής .
Οι κήποι του ύπνου μου πνιγμένοι στα νυχτόβια άνθη.
Με μάτια κόκκινα καμένα από το φως. Τα σχοινιά τους,
έντρομα φίδια κρέμονται από το ταβάνι.
Με τα παπούτσια τους σφιχταγκαλιάζοντας ένα ενδεχόμενο,
θρεμμένο σε χώμα παρθένο.




Eλένη Ντούξη




 [ Σήμερα θα γιγαντώσω
το κενό σου
διαστέλλοντας τον ορίζοντα
να είναι τα χάδια

ε π ι β ρ α δ υ ν ό μ ε ν α
σε μία μάζα αγκαλιάς
Να έρθει
το κατάρτι σου
βυθοσκόπε ναύτη
ταράζοντας σωθικά

Καθώς
φτεροκοπώ ασάλευτη
εντοιχισμένη πρόωρα
σε νησιά-Συμπληγάδες
Παραμονεύω

στους καθρέφτες σου
σαν με ξημερώσουν
μόνο

το ομοίωμά μου να παραμείνει
υδατοστεγές

Την υπόλοιπη
με θέλω σε θραύσματα. ]



Ειρήνη Καραγιαννίδου






Η βροχή
έρχεται
μέσα στο μυαλό μου
πλένει
τα όνειρά μου



Μίλτος Σαχτούρης

.............................................................




Αυτό το μικρό
ποίημα
ήταν κρυμμένο
για χρόνια
στο λαιμό μου
τόσες ακτινογραφίες
και δεν το είδε
κανένας
τόσο οινόπνευμα
και δεν κάηκε
έπρεπε να πνιγώ
στη θέα σου
για να βγει



Βαγγέλης Βελώνιας



..........................................
 

Σε ξεσκόνισα με τα χείλια μου,
σε σφουγγάρισα με τη γλώσσα μου,
σε τύλιξα με τα χέρια μου,
είσαι, λοιπόν, έτοιμος για πούλημα.



Ειρήνη Μπομπόλου


.....................................................................


ΑΚΡΩΣ ΕΡΩΤΙΚΟΝ

Όταν θα κατεβάσεις
Το γαλάζιο φερμουάρ του φουστανιού μου
Ένα πελώριο ψάρι πράσινο
Θα ξεπεταχτεί
Κι όταν ευθύς σε καταπιεί
Μη φοβηθείς
Αμέτρητοι οι ωραίοι νεκροί
Στο ακύμαντο βελούδο του βυθού μου




Ισμήνη Λιόση

.......................................................................






ΕΙΚΟΝΕΣ

Αν ήμουν παιδί, δεν θα ήξερα πως ν' αρχίσω
να ζωγραφίζω τη θάλασσα.
Θα χανόμουν στο απέραντο μπλε της.
Όταν ήμουν παιδί χανόμουνα στα
πουπουλένια σύννεφα.
Ζούσα μέσα στις παραστάσεις τους,
χωρίς να βρίσκω την αρχή και το τέλος τους.
Αν ήμουν παιδί, δεν θα μπορούσα να
ζωγραφίσω το φεγγάρι.
Θα χανόμουν στο φως του.
Όταν ήμουν παιδί, προσπαθούσα να
πιάσω την αγάπη στον κόρφο της μάνας μου,
ψάχνοντας την καρδιά της.-



Πόπη Αρωνιάδα


............................................................................



Επιτύμβιο

Η δίψα σου αενάως ακατασίγαστη. Ίσως επειδή αντί για νερό, έπινες φως ή την υπόσχεση της ανάλαφρης διαφάνειας ή τη βεβαιότητα της λαμπρότητας - όμως πώς να ξεδιψούσες με λάμψεις; Τώρα ανεμοπόρος πίνεις φωτεινές ελαφρότητες, λούζεσαι σε λαμπερές διαφάνειες, εξαγνισμένος από κάθε όνειδος. Τώρα είσαι ένα φτερένιο, πανθορών φως, μια αιχμή βέλους χρυσού στις κόρες των ματιών μου. Κι αν δεν υπάρχει παράδεισος, τον φτιάχνω ιδίοις χερσί, για σένα, πατέρα μου


Mπελίκα Κουμπαρέλη



........................................................................................................................


ΕΥΤΥΧΕΙΣ ΕΡΑΣΤΕΣ

Τώρα δε φοβάμαι πιά την αστάθεια σου
η θλίψη μου δάμασε τις άγριες απειλές
του φευγιού σου
σ’ αυτήν όρκισα τα δάχτυλα μου
να μη σε γυρέψουν
στον ύπνο μου μόνο θα σε βλέπω
με αχτένιστα μαλλιά
να χαμογελάς και θα ξημερώνει
κι όταν ξεστρατήσεις σε απόμερους τόπους
με μια άβυσσο στους ώμους
θα αφήσω ελεύθερο και τον τελευταίο πόνο
αυτόν που έκρυψα καλά
στην καινούργια μέρα.



Έλενα Λυμπεροπούλου

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014





ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ

Είμαστε  δύο
Ακολουθώντας  την  ίδια  γραμμή
Μέσα  στους  μαιάνδρους  της  νύχτας
Δύο  στόματα  που  δε  συναντιούνται
Ένας  θόρυβος  βημάτων
Ένα  ελαφρύ  κορμί  γλιστρά  προς  το  άλλο
Μια  πόρτα  τρέμει
Ένα  χέρι  προβάλει
Θα  θέλαμε  ν’ ανοίξουμε
Η  φωτεινή  ακτίνα  στέκεται  όρθια
Εκεί  μπροστά  μου
Και  είναι  η  φωτιά  που  μας  χωρίζει
Μέσα  στη  σκιά  όπου  σαστίζει  το  προφίλ  σου
Ένα  λεπτό  χωρίς  να  αναπνεύσεις
Η  ανάσα  σου  περνώντας  μ’ έχει  κάψει .



PIERRE REVERDY
 




Παίζαμε <<κορώνα- γράμματα>>
την αγάπη σου,
εσένα.
Κέρδιζα χωρίς να βαρεθώ.
Ώσπου το νόμισμα χάθηκε.
Περίμενε-
θα σκοτεινιάσει τόσο γρήγορα.
Τότε
σε εν' άλλο αστέρι
θα σε ξανακερδίσω.



Μηνάς Δημάκης
…………………………………………….

      ΠΙΝΑΚΙΔΑ

Σ' αυτό τον κάμπο
είναι απλωμένα τα μαλλιά μου.
Προσέξτε μην τα πατήσετε.
Δεν έχω πεθάνει ακόμα.



Δέσποινα Δετζώρτζη

…………………………………….


Επίγραμμα

Ξένε, το σώμα δωσ’ μου πίσω

που σου χάρισα
Γιατί η σκιά μου με προδίδει
Σ' άλλες γυρνάει αγκαλιές.


Μαίρη Γιόση




Σε ξένο δωμάτιο γυρίζω χαμένος
ένας γέρος εδώ μέσα έχει πεθάνει
στο στήθος του επάνω η γάτα του παίζει
και το κομπόδεμά του γελάει στο διάδρομο
το ανοίγω, σαλεύουνε μέσα χρόνια, δόντια
σακατιλίκια.



Γιώργος Κακουλίδης
……………………………………………………………….

 





ΤΑ ΚΕΡΜΑΤΑ

Πέφτει. Κι όλο πέφτει. Ατέλειωτα.
<Έμενε, νομίζω στον έβδομο όροφο>.
Στην αυλή σκορπίσανε τα κέρματα`
ανίκανος ήταν πια να τα μαζέψει.
Τα μάζεψαν τα παιδιά που πέρασαν.
Μ' αυτά αγόρασαν χρωματιστούς χαρταετούς
και το δειλινό τους πέταγαν στο ύψωμα.
Υψώνονταν ωραίοι και γεροί
κι ούτε χαμήλωναν καθόλου.
Πέταγαν προς τον ουρανό-κι ίσως και να τον άγγιζαν.
Ίσως ν' αγγίζανε εκείνο,
που αυτός, στον έβδομο όροφο, δεν είχε αγγίξει
ποτέ του πριν.



Νίνα Μπάνου




    




     ΜΑΤΑΙΩΣΗ

Εισιτήριο θεάτρου

έμεινε απούλητο
αναζητώντας τον επίδοξο αγοραστή του

και της ζωής η παράσταση
ματαιώνεται
λόγω ύπουλης βροχής...

Άφωνοι οι θεατρίνοι απόψε.




Λυδία Λάβδα

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014



ΤΡΑΓΟΥΔΙ  ΝΤΑΝΤΑ

                        Ι

To  τραγούδι  ενός  ντανταϊστή
που  είχε  το  νταντά  μες  στην  καρδιά
κούραζε  πολύ  το  μοτέρ  του
που  είχε  νταντά  μες  στην  καρδιά

το  ασανσέρ  κουβαλούσε  ένα  βασιλιά
βαρύ  εύθραυστο  φθινόπωρο
έκοψε  το  μεγάλο  του  δεξί  μπράτσο
και  το’ στειλε  στον  πάπα  στη  Ρώμη

γι’ αυτό  το  λόγο
το  ασανσέρ
δεν  είχε  πια  νταντά  μες  στην  καρδιά

να  φάτε  σοκολάτα
πλύνετε  τον  εγκέφαλό  σας
νταντά
νταντά
πιείτε  και  νεράκι





                        ΙΙ

Το  τραγούδι  ενός  ντανταϊστή
που  ήταν  όχι  χαρούμενος 
όχι  και  λυπημένος
και  αγαπούσε  μια  ποδηλάτισσα
όχι  χαρούμενη  και όχι  λυπημένη

μα  την  πρωτοχρονιά  ο  σύζυγος
που  όλα  τα  ήξερε  μέσα  σε  μια  κρίση
έστειλε  στο  Βατικανό
τα  δυο  κορμιά  τους  μέσα  σε  τρεις  βαλίτσες

ούτε  ο  εραστής 
ούτε  η  ποδηλάτισσα
δεν  ήταν  πια  χαρούμενοι
ούτε  και  λυπημένοι

φάτε  ωραία  κεφαλάκια
πλύνετε  το  στρατιώτη  σας
νταντά
νταντά
πιείτε  και  νεράκι





                        III

το  τραγούδι  ενός  ποδηλάτη
που  ήταν  από  καρδιάς  νταντά
κι  ήταν  λοιπόν  ντανταϊστής
όπως  όλοι  οι  νταντά  από  καρδιάς

ένα  φίδι  φόραγε  γάντια
έκλεισε  γρήγορα  την  δικλείδα
έβαλε  τα  γάντια  με  το  φιδίσιo  δέρμα
και  πήγε   τον  πάπα  ν’ αγκαλιάσει

είναι  συγκινητικό
κοιλιά  λουλουδιασμένη
δεν  είχε  πια  νταντά  μες  στην  καρδιά

να  πιείτε  γάλα  των  πουλιών
να  πλύνετε  τις  σοκολάτες  σας
νταντά
νταντά
φάτε  και  μοσχαράκι



TRISTAN TZARA



      ΚΑΤΗΦΟΡΑ

Κατρακυλούν τα χρόνια τα χρυσά

με τα βερόκοκα στο δρόμο
σαν αναποδογυρίζουν τα καφάσια
στην καρότσα του μανάβη.
Και λιώνουν τα χνουδάτα μάγουλα
στο χώμα.


Γιώργος Μπρουνιάς

……………………………………………


AΠΟΚΑΛΥΨΗ

Σε βρίσκω τόσο συχνά
τις πιο παράδοξες στιγμές,
εκεί που ελάχιστα σε περιμένω.
Σε βρίσκω κατάπληχτη,
σε μια κίνηση,
σε μια λέξη μου,
μες στα μάτια μου,
μες στο δέρμα μου.
Κ' είναι τα χέρια μου
σα να ντύθηκανε τα δικά σου.
Κι απορώ
και θαυμάζω
πόσο τέλεια μεγάλωσες μέσα μου.



Λεία Χατζοπούλου
……………………………………………………………………………
                                                                                                     
                                                              της Σοφίας



Ότι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει

Ακολουθούν: τα νησιά
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά
στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου:
διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.



Γιώργος Μπλάνας



   

 ΓΕΡΜΑ

Έτσι όπως περνά το υπεραστικό

λεωφορείο λέω να κατέβω
στο χωριό σου κι ας έχεις φύγει
πάμπολα χρόνια πια.
Να μπω στο καφενείο του Συρίγου
και μεσ' από την τζαμαρία,
συνεπαρμένος, σιωπηλός
ν' αγναντέψω τη θάλασσά σου'
με βλέμμα εφηβικό σαν μετατόπιση
στα περασμένα, τότε που αγαπιόμασταν'
κι ύστερα πίνοντας
έναν καφέ μ' ένα τσιγάρο
κι άλλο τσιγάρο, τσιγάρο κι άλλο,
να φύγω την ώρα που θα σιγοβραδυάζει.



Αθανάσιος Αβέλλιος







   ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γυναίκες
μεταλλικοί οδοδείκτες
κορμιά μπηγμένα
στα σπασμένα πεζοδρόμια
της Σόλωνος,
πάσσαλοι με άγνωστη ταρίφα`
στα χέρια σας γερμένες οι ώρες
παρκάρουν σε πλαστές πινακίδες
καθώς οι βρεγμένες άκρες των μαλλιών σας
ακουμπούν στους ξεβαμμένους κάδους των απορριμμάτων
τενεκέδες...

Γυναίκες
πλαστικά μάτια
πάνω σε θολά
παρ-μπριζ αυτοκινήτων,
τ' ανοιχτά σας δάχτυλα
πυροβολούν τη νύχτα
ακαριαία..



Μαριάννα Βλάχου- Καραμβάλη


OI ΠΛΗΓΕΣ ΤΩΝ ΑΓΑΛΜΑΤΩΝ

Έτσι που περιμένω όρθιος

στη μέση του δωματίου
ασάλευτος κι έτοιμος να σωριαστώ
τ' αγάλματα σκέφτομαι
που δεν βρήκαν θέση 
σε Μουσείο, που τα πρόσωπά τους
είναι σπασμένα απ' τις βροχές
κι η στάση τους πάντα
η ίδια: της προσμονής.
Από το δέρμα τους τίποτε δεν έμεινε.
Απ’ τα χτυπήματα και τις πληγές
τα φωτεινά σημεία πού και πού μόνο 
θυμίζουν την αλλοτινή τους λάμψη
τις υποσχέσεις γι' άλλη ζωή...



Αλέξανδρος Ίσαρης

……………………………………………



TA ΠΟΥΛΙΑ

Το φετινό μου ποίημα,

όπως το περσινό και το προπέρσινο`
η ίδια θάλασσα,
τα ίδια πρόσωπα, στις ίδιες θέσεις.
Μόνον εκείνα τα πουλιά
φέτος κατέβηκαν πιο χαμηλά,
πιο χαμηλά,
ως τις εξώπορτες
και τις ραμφίζουν.


Χρίστος Ρουμελιωτάκης


Σάββατο 16 Αυγούστου 2014




ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Ένα λιμάνι είναι μια διαμονή ευχάριστη για μια ψυχή κουρασμένη απ’ τους αγώνες της ζωής . Η άπλα του ουρανού , η μετακινούμενη αρχιτεκτονική των συννέφων , οι άστατοι χρωματισμοί της θάλασσας, το σπινθηροβόλημα των φάρων , είναι ένα πρίσμα θαυμάσια χρήσιμο φτιαγμένο για να διασκεδάζουν τα μάτια χωρίς ποτέ να κουράζονται . Οι μακρουλές φόρμες των καραβιών , με την αρματωσιά τους την πολύπλοκη , που η φουσκοθαλασσιά τούς μεταδίδει ταλαντώσεις αρμονίας , χρησιμεύουν για να διατηρείται μέσα στην ψυχή η όρεξη για ρυθμό και για ομορφιά . Και μετά , κυρίως , υπάρχει μια κατηγορία απόλαυσης μυστηριώδης και αριστοκρατική για εκείνον που δεν έχει πια ούτε περιέργεια ούτε φιλοδοξία , να σκέφτεται ξαπλωμένος στην ταράτσα ή στηριγμένος με τους αγκώνες στο μώλο , να θαυμάζει όλες αυτές τις κινήσεις αυτών που φεύγουν κι αυτών που επιστρέφουν , αυτών που έχουν ακόμα τη δύναμη να θέλουν , τον πόθο να ταξιδεύουν ή να πλουτίζουν.



CHARLES BAUDELAIRE.