Τετάρτη 13 Μαΐου 2015


                 ΙSIDORE DUCASSE 
    
         COMPTE DE LAUTREAMONT <1846-1870>


       LES CHANTS DE MALDOROR,,,TA  ΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΛΝΤΟΡΟΡ
   


………………………………………………………….
        Απόσπασμα  από το πρώτο άσμα του  Μαλντορόρ  
……………………………………………………………



                     ΓΕΡΟ ΩΚΕΑΝΕ


     Γέρο ωκεανέ, ω μεγάλε εργένη, όταν περιοδεύεις  την πομπώδη μοναξιά των ψυχρών σου βασιλείων, σωστά περηφανεύεσαι για τη μεγαλοπρέπειά σου την έμφυτη και για τους αληθινούς επαίνους που με βιασύνη θέλω να σου κάνω. Ταλαντευόμενος με ηδονή από τα μαλακά απονέρια του αργοπορημένου μεγαλείου σου που είναι το πιο επιβλητικό από τα προτερήματα που σου χάρισε ο δημιουργός, ξετυλίγεις, στη μέση ενός σκοτεινού μυστηρίου, πάνω σε ολόκληρη τη θεσπέσια επιφάνειά σου τα ασύγκριτά σου κύματα, ήσυχος κι όλο σιγουριά  για τη παντοτινή σου δύναμη. Αυτά παράλληλα πηγαίνουν, λίγη η απόσταση που τα χωρίζει κι όταν το ένα γίνεται μικρό πάει το άλλο και το συναντά για να το  μεγαλώσει, τα συντροφεύει ο θόρυβος ο μελαγχολικός του αφρού που λιώνει και όλα είναι αφρός αυτό μας λένε.< Έτσι, κι οι υπάρξεις οι ανθρώπινες, αυτά τα κύματα τα ζωντανά, η μια μετά την άλλη, με τρόπο μονότονο πεθαίνουν, αλλά χωρίς να κάνουν οι αφροί τους θόρυβο.> Με εμπιστοσύνη το αποδημητικό πουλί πάνω τους ξεκουράζεται κι εγκαταλείπεται στις δικές τους τις κινήσεις  που όλο περηφάνεια του κάνουν το χατίρι μέχρι που τα κόκαλά του κι οι φτερούγες του να ξαναβρούν τη δύναμη την απαραίτητη για το μεγάλο  ταξίδι στον αέρα. Και η ανθρώπινη μεγαλοπρέπεια θα το ’θελα να είναι  η ενσάρκωση της αντανάκλασής σου. Γυρεύω πολλά, κι αυτή η ειλικρινής ευχή είναι δοξαστική για σένα. Το ηθικό σου μεγαλείο, εικόνα του απέραντου, είναι τεράστιο όπως οι διαλογισμοί  του φιλοσόφου, όπως ο έρωτας της γυναίκας, όπως η θεία ομορφιά του πουλιού, όπως οι σκέψεις του ποιητή. Είσαι πιο ωραίος κι απ’ τη νύχτα. Απάντησέ μου, ωκεανέ, θέλεις να γίνεις αδερφός μου; Κινήσου ορμητικά λοιπόν…πιο πολύ…ακόμα πιο πολύ, αν θες με την εκδίκηση του Θεού σύγκριση να σου κάνω`  μάκρυνε  τα γαμψά σου μαύρα νύχια και ένα δρόμο πάνω στο ίδιο σου το στήθος να χαράξεις…έτσι, σωστά. Ξετύλιξε τα τρομερά σου κύματα, φριχτέ ωκεανέ, μονάχα εγώ σε έχω καταλάβει και μπρος στα γόνατά σου πέφτω και προσκυνώ. Το μεγαλείο που έχει ο άνθρωπος του είναι δανεικό` ποτέ δε θα μου το επιβάλλει: αλλά εσύ, ναι. Aχ! όταν προχωράς με ψηλά το τρομερό  κεφάλι σου, τριγυρισμένος από την ακολουθία των ύπουλων νερών, άγριος και μυστηριώδης, κυλώντας τα κύματα το ένα πάνω στ’ άλλο κι αυτό που είσαι εσύ πολύ καλά το ξέρεις, αυτή  την ώρα  μέσα από τα βαθιά σου στήθια σου ξεφεύγει το  μούγκρισμα το ασταμάτητο, λες κι οι μεγάλες τύψεις σε έχουν ταπεινώσει και οι άνθρωποι τόσο πολύ φοβούνται, ακόμα κι όταν σε  ατενίζουν, με ασφάλεια, τρέμοντας πάνω στην ακτή, και τότε το βλέπω πως  εγώ δεν έχω το εξαίρετο  δικαίωμα,  να λέγομαι όμοιος με σένα. Να γι’ αυτό το λόγο μπρος στην ανωτερότητά σου, θα ’δινα όλο τον έρωτά μου <και για την ομορφιά κανείς δεν ξέρει οι φιλοδοξίες μου τι ποσότητα έρωτα περιέχουν >, εάν δε μ’ έκανες με πόνο να σκέφτομαι τους συνανθρώπους μου, που μαζί με σένα σχηματίζουν την πιο ειρωνική αντίθεση, την πιο αστεία εναντίωση που είδαμε μέσα στα χρόνια της δημιουργίας: δεν μπορώ πια να σε αγαπώ, για σένα έχω απέχθεια. Γιατί σε σένα να ξαναγυρίζω, για χιλιοστή φορά,  στα χέρια σου τα φιλικά, που ανοιγοκλείνουν,  για να χαϊδέψουν το μέτωπό μου το καυτό, που βλέπει τον πυρετό να χάνεται μόλις το ακουμπήσουν! Το πεπρωμένο σου το  μυστικό δεν το γνωρίζω` ότι σε αφορά με ενδιαφέρει. Πες μου λοιπόν είσαι  του πρίγκιπα των σκοταδιών η διαμονή…Πες το μου…πες το σε μένα, ωκεανέ <σε μένα μόνο, για να μη  λυπούνται αυτοί που  γνώρισαν μόνο  τις ψευδαισθήσεις>, αν η αναπνοή του Σατανά φτιάχνει τις τρικυμίες που τα νερά σου τα αρμυρά μέχρι ψηλά στα σύννεφα σηκώνουν. Πρέπει να μου το πεις, και θα γεμίσω με χαρά όταν θα μάθω πόσο κοντά στον άνθρωπο είναι η κόλαση. Θέλω αυτή να είναι η τελευταία στροφή της ικεσίας μου. Γι’ αυτό το λόγο, γι’ ακόμα μια φορά, θέλω να σε χαιρετήσω και θα σου πω αντίο! Γέρο ωκεανέ, με τα κρυσταλλένια κύματα… Τα μάτια μου άφθονα δάκρυα γεμίζουν, δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω` γιατί αισθάνομαι πως ήρθε η στιγμή που θα γυρίσω πίσω στους ανθρώπους, με την εμφάνισή τους τη θηριώδη`  αλλά… κουράγιο! Ας κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια και  με το αίσθημα του καθήκοντος τον προορισμό μας πάνω σε αυτή τη γη  να τον ολοκληρώσουμε. Σε χαιρετώ! γέρο ωκεανέ! 

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015




                     ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ

Μόλις  η  ιδέα  του  Κατακλυσμού  ξανακάθισε,

    Ένας  λαγός  σταμάτησε  μέσα στα χόρτα  και στις  καμπανούλες  που  κουνιόντουσαν  και είπε  μια  προσευχή  στο  ουράνιο τόξο  μέσα  απ’ της  αράχνης  τον  ιστό.

     Ω! οι  πολύτιμοι  λίθοι  που  κρύβονται,- τα  λουλούδια  που  κιόλας  κοιτάζουν.

     Στο  μεγάλο  βρώμικο  δρόμο  οι  πάγκοι  με  το  κρέας  στήθηκαν  και  τραβήξαμε  τις  βάρκες  προς  τη  θάλασσα  στημένη  εκεί  ψηλά  όπως  στις  λιθογραφίες.

     Το  αίμα  κύλησε, στο  σπίτι  του Κυανοπώγωνα, -στα σφαγεία, - μέσα  στα  τσίρκα, όπου  η  σφραγίδα  του Θεού  χλόμιασε  τα  παράθυρα.   Κύλησαν  το αίμα  και  το  γάλα.

     Οι  κάστορες  έκτισαν. Τα  ποτήρια  του  καφέ  άχνιζαν    μέσα  στα  μικρά  καφενεία.

     Μες  στο  μεγάλο  σπίτι  από  γυαλί  ακόμα  μουσκεμένο  τα  παιδιά  με  τα  πένθιμα  κοίταξαν  τις  υπέροχες  εικόνες.

     Μια  πόρτα  χτύπησε, -και   πάνω  στην  πλατεία  του  μικρού  χωριού, το  παιδί  γύρισε  τα  χέρια  του, και  αντιλήφθηκε  τους  ανεμοδείκτες  και  τα  κοκόρια  των  καμπαναριών  από  παντού  κάτω  από  την  εκκωφαντική  βροχή.                                                                                                                                                          

     Η  Κυρία  ***  τοποθέτησε  ένα  πιάνο  μέσα  στις  Άλπεις. Η  λειτουργία  και  οι  πρώτες  μεταλήψεις  γιορτάστηκαν  στις  εκατό     χιλιάδες  άγιες  τράπεζες  της  μητροπόλεως. 
      Tα  καραβάνια  έφυγαν  και  το  ξενοδοχείο  Splendide  χτίστηκε  μέσα  στο  χάος  των  πάγων  και  της  νύχτας  του  πόλου.

     Από  τότε  το  φεγγάρι  άκουγε  τα  τσακάλια  να  σκούζουν  απ’ τις  ερήμους  του  θυμαριού,- και  τα  ποιμενικά  ποιήματα  φορώντας  τσόκαρα  να  γκρινιάζουν  μέσα  στο  φρουτόκηπο. Μετά, μέσα  στο  βιολετί  δρυμό  με  τα  μπουμπούκια, ο Εύχαρις  μου  είπε  ότι  ήταν  η  άνοιξη.

     Κουφοί, λιμνούλα,- Αφρέ  κύλησε  πάνω  στο  γεφύρι  και  πάνω  από  τα  δάση,- σεντόνια  μαύρα  και  όργανα,- αστραπές  και  κεραυνέ,-ανεβείτε  και  κυλήστε,- Νερά  και  θλίψεις  ανεβείτε  και  ζωντανέψτε  τους  Κατακλυσμούς.


     Γιατί  από  τότε  που  έχουν  εξαφανιστεί,- ω! οι  πολύχρωμες  κρυμμένες  πέτρες, και  τα  λουλούδια  ανοιχτά!- είναι  μια  πλήξη  και  η  Βασίλισσα, η  Μάγισσα  που  ανάβει  τα  κάρβουνά  της  μέσα  στο  πήλινο  τσουκάλι, ποτέ  δε  θα  θελήσει  να  μας  διηγηθεί  αυτό  που  εκείνη  γνωρίζει  και  που  εμείς  το  αγνοούμε.


                           Στα υπόγεια του χρόνου
                      οι λογικές διαδρομές χάνονται
                στην σκιώδη σήραγγα των επιθυμιών μας
   Τα όρια μαραίνονται στο μεταίχμιο φθοράς και αφθαρσίας.
Τα ερωτηματικά ανθίζουν στην ανεκπλήρωτη άνοιξη που έφθασε.
       Η θάλασσα ξερνάει τις αλήθειες που θάψαμε στο χώμα.
                      Κι εσύ στου τροχού το γύρισμα...
       είσαι μια άφιξη στην νεκρανάσταση των νοημάτων.



Χρύσα Καρδαρά


……………………………………..




σε μια ξένη πόλη 


ένας άνδρας
ανάβει τσιγάρο
ένας άνδρας
πίνει
πίνει
πίνει
 
ενώ απέναντι
τα φώτα των διαμερισμάτων
ένα ένα
σβήνουν



Νίκος Σφαμένος


……………………………………….


                                Του Αρνιού

Έτσι γνωρίσαμε το βάδισμα του ανέμου και της ψυχής:  αρνί ταλαντευόμενο με το τσιγκέλι στριμμένο κατά τον ουρανό και τα ποδάρια τεντωμένα ν’ ανασαλεύουν το ματωμένο χόρτο.


Μάριον Εμμανουέλα Μανιού




……………………………………………………………




Ιερόδουλες

Άρχισαν οι λέξεις μου
να εκδίδονται.

Σε σκοτεινά δρομάκια
σε δημοσιές
στήσαν τα φαναράκια τους
μα πελάτης κανείς.

Κόκκινα βαμμένα χείλη
ξοδεύεστε άσκοπα τις νύχτες
του χειμώνα.



Βερονίκη Δαλακούρα


…………………………….

 
Χριστούγεννα 

Δακρύζει 
ένα παιδί

κι ο κόσμος 
χάνει
το χρώμα του

σαν θάνατος 

και σαν πουλί
που σπαρταράει

στην ξόβεργα
 
Ιάσων Λειδινός
 
………………………………………..


Τόσο που ήθελα το φιλί σου
σταγόνα βροχής θέλησα να γίνω να γλείφω τα χείλη
σου
όπως η νύχτα θα έλιωνε σταγόνες στα ξέσκεπα
μαλλιά σου
μα εσύ το πάταγες και το κλώτσαγες στις μικρές
λακκούβες του δρόμου




Ασημίνα Λαμπράκου

Κυριακή 10 Μαΐου 2015


ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ρίξε με μέσα σ' ένα σύννεφο Θεέ μου


όμως μη με κάνεις μια σταγόνα βροχής

δε θέλω να γυρίσω στη γη

ρίξε μέσα σ' ένα λουλούδι Θεέ μου


όμως μη με κάνεις μέλισσα

θα πέθαινα απ' την υπερβολή της επιμελημένης γλύκας

ρίξε μέσα σε μια λίμνη


όμως μη με κάνεις ψάρι Θεέ μου

δε θα μπορούσα να γίνω ψυχρόαιμος

ρίξε μέσα σ' ένα δάσος

σαν ένα κουκουνάρι πάνω στο γρασίδι

μην αφήσεις κοκκινοτρίχηδες σκιούρους να με βρουν


ρίξε μέσα σ' ένα ήσυχο σχήμα μιας πέτρας

μα όχι στο λιθόστρωτο ενός λονδρέζικου δρόμου
Θεέ μου ταράζομαι και δαγκώνω τοίχους
σ' αυτή την ξένη πόλη

εσύ που με ρίχνεις στη φωτιά

τράβηξέ με από τις φλόγες
κι ακούμπησέ με πάνω σ' ένα ήσυχο άσπρο σύννεφο



Bogdan Czaykowski                                                

Σάββατο 9 Μαΐου 2015



        EΠΙΝΙΚΙΟ

Απόψε δεν θα ρθω. Χαίρομαι τόσο
να σε σκέφτομαι στην απορία σου
να βλέπεις το ρολόι με αγανάχτηση.

Απόψε που θα περιμένεις μπρός στο σινεμά
δεν σου ζητώ να καταλάβεις τι σημαίνει
μια μικρή, πρόσκαιρη νίκη
γι' αυτούς που έχουν κατά κράτος ηττηθεί.



Νίκος Βασιλειάδης


....................................................................................





Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με -παρακαλώ το Άγνωστο-
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.



Kατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ 

Παρασκευή 8 Μαΐου 2015



Σήμερα ένας τζίτζικας
μας κάνει την τιμή
να παίξει στην αυλή μας



Νίκος Γαζέπης


............................................................................



MIA XΑΡΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ

Μια χαρά τα κατάφερες
να κάνεις αποικία το κορμί μου
δυνάστεψες απάνω μου
όσο ο νεωτερισμός της αποικίας κράτησε
ώσπου αποθησαύρισες ό,τι όμορφο υπήρξε
κι ένα καλό πρωί εξαφανίστηκες

Ίσως να βρήκες νέο έδαφος
καινούργιους χώρους για λεηλασία.



Λευτέρης Παπαστυλιανού


.............................................................................







      ΤΑ ΠΑΤΗΤΗΡΙΑ

μπαίνω κρυφά στην έρημη αποθήκη

παλιά βαρέλια και
                            μαδέρια σκόρπια
νιώθω τη μυρωδιά του σάπιου ξύλου
και του ξινού κρασιού
                                  -και το κορίτσι
βγάζοντας το κεφάλι απ' το βαρέλι
δεν έχουν τρύγο λέει στον κάτω κόσμο
δεν έχουν πατητήρια δε γιορτάζουν

και με κοιτάζει με θλιμμένα μάτια



Ορέστης Αλεξάκης

..............................................................................................


ΕΡΩΤΙΚΟ

Έσπρωξα πίσω τη μοναξιά μου
συναντώντας μπροστά μου τη γυναίκα.
Βραδιάζοντας μέσα της εικόνες
από θαλασσινά τοπία
νερά λευκά που τα χρωμάτιζε στο φίλντισί της η σελήνη.
Κι απάνωθέ τους γαλαχτότερος
ξενυχτισμένος γλάρος
ο έρωτας μου.



Γιώργος Μοράρης
.......................................................................




Tώρα πέθανα πιά. Ησυχάστε
Το σώμα μου λιώνει πολύ πιο κάτω
από υπόγεια σινεμά και ταβέρνες.
Μόνο να, ο υπόγειος σιδηρόδρομος
    χείμαρρος
τον ύπνο μου ταράζει.



Γιώργος Χρονάς


............................................................


ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Πέταξες το τσιγάρο σου
στ' αθώο μου χωράφι
και το λαμπάδιασες...


Βασίλης Μ. Νικολαΐδης


...................................................................






ΣΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ

Το βλέμμα της
έγινε μουγγό χελιδόνι και πέταξε
μόλις φέραν οι γρήγοροι φόβοι
τον έρωτα



Αντώνης Ρίζος

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015





Kαι πώς να εξουδετερώσω τις νάρκες των ματιών σου
εγώ ο μαθητευόμενος ναρκαλιευτής ;
......
Σε ψάχνω στις φωνές των ελαιώνων
κι εσύ που αποκρίνεσαι στα κύματα...
......
Η σιωπή των άστρων, η γεμάτη μυστικές φωνές
με κάλεσε κι απόψε στο ακρογυάλι σου
.....
Ας μην κοιτάξουμε στα μάτια ο ένας τον άλλον'
αδύνατο να βρούμε ποιός ο Ιησούς και ποιος ο Ιούδας



Δημήτρης Ι. Καραμβάλης
……………………………………………

λεπτή πολύχρωμη κλωστή

από τα παιδικά σου χρόνια
ξύπνησες πλάι μου
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
με τις οικείες κινήσεις των χεριών σου
με χώρες μακρινές
να φτερουγίζουν στην ανάσα σου.
ξύπνησες πλάι μου με θαύματα μικρά
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
λεπτή πολύχρωμη κλωστή
που με κρατάει ακέραιο
πάνω απ’ την άβυσσο



Tόλης Νικηφόρου

…………………………………………..


            αdadgio
     <αντί επιλόγου>

          Σε θέλω
   ως σύννεφό μου
  που σαν το στίψω
          ξεδιψώ.
  Λίμνη ακύμαντη
των εναλλαγών μου
          γαλήνη.




Βάιος Νικιώτης


Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ ΒΥΘΙΣΤΗΚΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Τα χέρια σου-το μήκος των δακτύλων-δεν μ΄αφήνουν
να ησυχάσω τα βράδια.
Προσπαθώ να ονειρευτώ όταν για πρώτη φορά μ΄ακούμπησαν,
μ’έπαιξαν , μ΄απογείωσαν.
Τα χέρια σου έχουν ωραία γεύση.
Με βασανίζουν έτσι που μου λείπουν τα βράδια και τα πρωινά.
Τα φωτογράφισα με τη μνήμη τότε που τα φιλούσα για ώρες.
Και πάλι δεν τα χόρταινα.



Aσημίνα Ξηρογιάννη

………………………………………………………….


ΟΙ ΑΛΛΟΙ, ΟΧΙ ΕΓΩ

Οι γέροι
οι τρελοί
και οι ετοιμοθάνατοι
παραμιλάνε

Εγώ,
σκέφτομαι μόνο δυνατά.



Ντίνα Καραβίτη

…………………………………………………………


Ε OXI ΠΙΑ

Ε όχι
φτάνει πια
να λες πως ειν' πουλιά
αυτά
που φεύγουν στο νοτιά!

Είναι κάλτσες π' άρπαξε ο βοριάς
από το σύρμα.
Το μάθαμε πια-
πήρε και τις δικές μας.



Κώστας Χρυσός


………………………………………..


EΠΙΛΟΓΟΣ

Όλη τη νύχτα υλοτομούσα το κορμί σου
με βρήκε το πρωί κομματιασμένο
ανάμεσα στις τρομερές
σκλήθρες της ομορφιάς σου




Στάθης Κουτσούνης