Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014





  

        Της Εύας

Εκεί που το φως λιγοστεύει, μες στην κόκκινη κοιλάδα της φαγωμένης λέξης, εκεί βρίσκει η σαύρα μια ξερολιθιά να κρυφτεί και το μπιζέλι το πράσινο χρώμα του.
   Κι εμείς, αφελείς υδροσκόποι και διψασμένοι, γυρεύουμε το καθαρό νερό, το κρύο, στις ανάγλυφες μεριές του χάρτη όπου συνάζεται ο ήλιος κι ένα φτερωτό κοπάδι μύγες στο μέτωπο του νεκρού.
-         Εσύ, που καθάρισες το αίμα σου απ’ το σκουλήκι, την πολύτριχη ρίζα, τον πάσσαλο, τι έχεις να μου δώσεις να ξεδιψάσω πέρα από μια χούφτα χώμα;
   Στον σκοτεινό ποδόγυρο μιας Εύας φωλιάζουν τα μάτια μας κι ανοίγονται. 



Mάριον Εμμανουέλα Μανιού


……………………………………………


ΣΥΜΒΑΝ

Σκότωσε
όλα τα περιστέρια
κι έφτιαξε
ένα μεγάλο πουπουλένιο μαξιλάρι.
Ύστερα,
έπεσε να κοιμηθεί
εν ειρήνη.



Αργύρης Χιόνης


……………………………………



ΒΡΑΔΥΝΟΙ ΘΑΝΑΤΟΙ

Να κι ο χειμώνας που 'χει φτάσει
και σκοτεινιάζει πριν βραδιάσει,

και σκοτεινιάζει μες στην πόλη,
στη φύση και στη ζήση μου όλη...

Να και το βράδυ που 'χει πέσει
και κόβει τη ζωή στη μέση,

και κόβει τη ζωή στα δύο
με το βοριά και με το κρύο.

Να κι καρδιά μου που στο τζάκι
θ ' αράξει σαν το καραβάκι,

που από ταξίδια ωραία φτάνει
και ναυαγεί μες το λιμάνι

   - - - - -

Ναυγισμένοι πλάι στο τζάκι
με την καρδιά μας καραβάκι,

πώς θα μπορέσουμ' εμείς τώρα,
με το βοριά και με τη μπόρα,

να ξαναρχίσουμε τα ίδια
των αναμνήσεων τα ταξίδια;



Μήτσος Παπανικολάου


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου