Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014



ΤΑ ΚΕΡΜΑΤΑ

Πέφτει. Κι όλο πέφτει. Ατέλειωτα.
<Έμενε, νομίζω στον έβδομο όροφο>.
Στην αυλή σκορπίσανε τα κέρματα'
ανίκανος ήταν πια να τα μαζέψει.
Τα μάζεψαν τα παιδιά που πέρασαν.
Μ' αυτά αγοράσαν χρωματιστούς χαρταετούς
και το δειλινό τους πέταγαν στο ύψωμα.
Υψώνονταν ωραίοι και γεροί
κι ούτε χαμήλωναν καθόλου.
Πέταγαν προς τον ουρανό-κι ίσως και να τον άγγιζαν.
Ίσως ν' αγγίζανε εκείνο,
που αυτός, στον έβδομο όροφο, δεν είχε αγγίξει
ποτέ του πριν.



Νίνα Μπάνου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου